Μυθολογία - Κίνηση - Γλώσσα
Β
Βάκχος Διόνυσος
Από τα βάθη των βουνών και των
δασών της Γης κι από τα βάθη του νερού, των ποταμών και των λιμνών σηκώνεται
βίαιη βουή, ίσια ιαχή, φωνή διαπεραστική του Ίακχου Βάκχου και της ακολουθίας
του, των Βακχών. Με την ιαχή, την δυνατή φωνή του Βάκχου, η φύση φουσκώνει
βλασταίνει, σκάνε οι βολβοί, τα σπέρματα της Γης και βγάζουν τους βλαστούς
τους, η Γη ανθίζει, βρισκόμαστε στην Άνοιξη. Ο Βάκχος είναι ο Διόνυσος, ο θεός
της χαράς και του χορού, χαρίζει στους βροτούς τον βότρυν, τα σταφύλια απ’όπου
βγαίνει ο οίνος, το κρασί΄ με το κρασί οι άνθρωποι ξεχνούν τα βάσανα του βίου
τους που τους βαραίνουν και βακχεύονται, συνομιλούν με τον Βάκχο, τον Θεό,
βαπτίζονται, μυούνται στον βέβαιο κύκλο της ζωής και του θανάτου, τον βιώνουν.
Ο Διόνυσος ως Βάκχος στέκεται βοηθός στους
βροτούς που βάζουν, φωνάζουν «Βάκχε,Βάκχε» και τον καλούν΄ θυσιάζουν στον βωμό
έναν αρσενικό βούν, έναν ταύρο και βούλονται, ζητούν βλάστηση και βέβαιη,
στέρεη δύναμη. Αυτοί οι βροτοί βλέπουν τους βότρεις τους, τ’αμπέλια τους να
μεγαλώνουν, να βλασταίνουν, να βγάζουν άφθονο κρασί και αποβάλλουν, αποδιώχνουν
κάθε βάρος. Ο Βάκχος λέγεται και βουγενής – μια ιστορία λέει ότι ο Βάκχος γεννήθηκε
από έναν θηλυκό βουν, μια αγελάδα΄ λέγεται και βρόμιος ο Βάκχος γιατί κάνει τη
Γη να βρέμει και να τρέμει΄ με βροντόφωνα κύμβαλα, τύμπανα κι αυλούς οι
Βάκχες βαδίζουν και χορεύουν, αλλαλάζουν, με αλλόκοτους αλλαλαγμούς, φωνάζουν
κι ολόκληρη η Γη βοάει δυνατά και τα βουνά ολόκληρα και τα λιβάδια βρίθουν, γεμίζουν με βλάστηση, οι βράχοι ανοίγουνε στη μέση κι αναβλύζει
σαν βρύση το νερό, κι οι άνθρωποι ως βροτοί, θνητοί, βλίττουν, τρυγούν το μέλι
από τις μέλισσες και ρέει άφθονο κρασί για τους βροτούς που βλέπουν τον Βάκχο
και βακχεύονται, χορεύουν ξέφρενα.
Ο Διόνυσος φροντίζει για την βρώση των
ανθρώπων, την τροφή τους και την πόσιν τους, το γάλα από τα βουβάλια που θα
πιούν, το νερό και το κρασί τούς βοηθά, έχουν στο βιός τους για να ζήσουν
πρόβατα να βόσκουν και βούς, αγελάδες και ταύρους.
Όσοι όμως είναι βλάσφημοι, δεν βλέπουν τον
Βάκχο ως Θεό και είναι βάρβαροι, βέβηλοι, δεν επιβιώνουν, δεν ζουν΄ αυτούς τους
βλάπτει ο Βάκχος, βάπτει, βάφει με το αίμα τους τη Γη, βορά τούς ρίχνει, τροφή
στα άγρια θηρία και οι Βάκχες, η ακολουθία του, τους βιβρώσκουν, τους
κατατρώγουν. Ο ίδιος ο Διόνυσος ως Βάκχος, σαν θηρίο βρυχάται από τα βάθη
του βωμού του, προβαίνει στο βάθρο, στο σύνορο του κάτω με τον πάνω κόσμο,
προβάλλει με ένα προσωπείο, με μια μάσκα και βαάζει, φάσκει, προφητεύει ο
Βάκχος, ενώ η Γη ολόγυρά του βράζει. Με τη μάσκα ομιλεί ο Βάκχος και μυεί,
οδηγεί τους πιστούς βροτούς του στα μυστικά της φύσης, του βίου και της
βλάστησης, εισβάλλει ο Βάκχος μέσα στην άβυσσο των ανθρώπινων ψυχών και του
κόσμου, βασιλεύει, βυθίζεται βαρύς στα έγκατα της Γης, στο βασίλειο του Άδη,
των νεκρών. Έπειτα εκβαίνει, βγαίνει από τα βάθη και βαδίζει χορεύοντας στα
βουνά, η φύση ανθίζει, ανοίγει και αναγεννά. Είναι άνοιξη. Ο βόμβος της ζωής
είναι μαζί του.
Φ
ΦΟΙΒΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ
Κάποτε ανταμώνει ερωτικά ο Δίας με τη
Λητώ, κόρη του Τιτάνα Κοίου που τα πάντα ακούει και παρακολουθεί και της Φοίβης
που φάει, λάμπει από φως. Η Λητώ φέρει μέσα της τον Φοίβο Απόλλωνα και την
Φοίβη Άρτεμη και περιφέρεται σε πολλούς τόπους, θέει, τρέχει παντού, φθάνει η
ώρα να γεννήσει. Μόνο ένα νησί τής φανερώνεται φιλόξενο, η νήσος Αστερία που
σαν το φύσημα του ανέμου περιφέρεται στο πέλαγος κι ονομάζεται Δήλος, όταν η
Λυτώ φύει τελικά, γεννάει τα ολόφωτα παιδιά της, στηριγμένη σε έναν φοίνικα,
τον Φοίβο Απόλλωνα και την Φοίβη Άρτεμη, φύτρα, γενιά του Δία, του αρχηγού του
φωτός και της φωτιάς. Η Δήλος όπου δηλώνεται, φανερώνεται στον κόσμο ο Απόλλων
και η Άρτεμις, φαείνει, φαέθει μεμιάς, ολόκληρη φεγγοβολά από το χρυσό φως του
Απόλλωνα Ήλιου και κάνει τη Δήλο άφθαρτη στον χρόνο, αιώνια, με τις ρίζες της
να φθάνουν ως τον πάτο της Γης. Στη φύση του θεού Απόλλωνα είναι το φώς και
ως Φοίβος εμφανίζεται φαεινός, ολόλαμπρος στην επιφάνειά του. Στους φθαρτούς
ανθρώπους που φθείρονται, που γερνούν, προσφέρει τη φροντίδα για τις φρένες
τους, για τον νου και την ψυχή τους, βάζει φραγμό στη φρίκη που φέρουν για τον
θάνατο, αποφεύγουν τον φόβο, τους εμφυσά, τους εμπνέει, φυσάει μέσα τους το φώς
του κι οι άνθρωποι φαιδρύνουν, ευφραίνονται, σφίζουν από χαρά και δεν φθίνουν
από τον φθόνο τους, δεν καταστρέφονται, παρά σώφρονες και φρόνιμοι, ζουν
αρμονικά σε αφθονία.
Έτσι η ολόφωτη Δήλος αφιερώνεται στον
Φοίβο Απόλλωνα, δηλώνεται, προσφέρεται σ’αυτόν΄ όπως κι ο Φοίνικας τού
αφιερώνεται που αναφύεται, αέναα αναγεννιέται΄ τα φυλλώματά του, τα φύλλα του
φουσκώνουν στον αέρα σαν τα φτερά του Φοίνικα πουλιού, μισά φοινά,
πορφυροκόκκινα σαν αίμα, μισά χρυσά όμοια με φλόγες, ενώ ο ίδιος ο Φοίνικας
φλέγεται μες στη φωτιά κι αναγεννιέται. Κάνει το είδος του, τη φυλή του
αθάνατη. Ο Φοίβος Απόλλων θέλει να φανερώνει τη σοφία του΄ όπως τα φύλλα–φτερά
του Φοίνικα εμφανίζονται πολλά, έτσι τα διάφορα φάσματα, πλευρές της φύσης των
ανθρώπων, θέλει να φανερώνει ο Φοίβος, και τις φάσεις τους στον χρόνο, τις
περιπέτειές τους, ώστε οι άνθρωποι να φυλάγονται και να φροντίζουν μην φθαρούν,
μην καταστραφούν.
Ο Φοίβος ψάχνει το κέντρο για τη φωνή του
και τη φήμη του και κάποτε φθάνει σε μια φελλίδα γη, όλο βράχους, όπου φλέουν,
βγαίνουν, αναβλύζουν πηγές και αέρια βαθιά μέσα από της Γης τα βάραθρα, τις
σπηλιές. Ο τόπος αυτός είναι οι Δελφοί, η μήτρα, ο ομφαλός, ο αφαλός της Γης
που οδηγεί στο κέντρο της. Φρουρός εκεί ο όφις Πύθωνας, το τεράστιο φίδι που
φράζει την είσοδο στον κάτω κόσμο, παραφυλάει να φάει όποιον περιφέρεται εκεί
γύρω. Αυτόν τον όφι, τον Πύθωνα, ο Φοίβος Απόλλων τον φονεύει, τον σκοτώνει και
βάζει τέλος στη φρίκη. Στη θέση του
Πύθωνα, ο Απόλλων βάζει την Πυθία που προφητεύει πλέον, μαντεύει, μιλάει για τα
άφατα, γι’αυτά που δεν φαίνονται, δεν λέγονται. Η Πυθία φράζει, λέει με τρόπο
μαντικό το μέλλον, προβλέπει. Ο Φοίβος Απόλλων εμφυσά, εμπνέει στην Πυθία τους
φθόγγους, τη φωνή του κι οι Δελφοί από μαντείο της Γης κι αργότερα της Θέμιδας
και της Φοίβης, φέρουν τώρα τις μαντείες του Φοίβου.
Η μαντική κι η μουσική είναι τέχνες του
φωτός που σχίζουν το σκοτάδι, εμφανίζουν τη γνώση της φύσης σε όλο της το
φάσμα, σε όλες τις πλευρές της. Ως θεός Ήλιος, ο Φοίβος Απόλλων με τις
ακτίδες του αρμονίζει, κουρδίζει με το φως του τον κόσμο, φέρει τη μέρα, τη
νύκτα, τις εποχές του χρόνου και με την φόρμιγγά του, την εφτάχορδη κιθάρα
του φέγγει στο νου ανθρώπων και θεών. Η μουσική του φέρβει, τρέφει τους
ανθρώπους, με την φόρμιγγά του οι άνθρωποι φαντάζονται τη ζωή, είναι το φάρμακό
τους απέναντι στη φθορά που φέρνει ο θάνατος. Η φόρμιγγα του Φοίβου βγάζει
φθόγγους, σαν ηλιακές αχτίδες, φωνές, φιτύματα, γεννήματα του λόγου και της
λογικής που εμφυσούν στον άνθρωπο την αρμονία, την φιλία με τον εαυτό του και
το σύμπαν.
Ο
Φοίβος Απόλλων ως Ήλιος φάει, θερμαίνει με τις φλογερές αχτίδες του, φύει τα
βλαστάρια, τα φιτύματα της φύσης τα γεννά, τα κάνει φυτά, η φωτιά του όμως
έπειτα τα φθείρει, τα καταστρέφει και μετά πάλι τα εμφανίζει, τ’αναγεννά. Αυτή
είναι η φυσική φορά της ζωής κι ο Φοίβος Απόλλων ως Αρχηγέτης, αρχηγός, φέρει
το φως με την μαντική και μουσική του τέχνη αλλά πάντοτε φυλάει στη φαρέτρα
του τα φονικά του βέλη και τα τοξεύει, φέρνοντας μεμιάς γλυκό θάνατο. Άλλες
φορές πάλι ιατρεύει με τα φάρμακά του, καθαρίζει του ανθρώπους από τη φθορά κι
από τα λάθη τους ή είναι Αλεξίκακος, αλέξει, προφυλάσσει από το κακό. Ο
Αειγενέτης Φοίβος φροντίζει για την αναγέννηση εσαεί, για πάντα, αφού το κάθε
πλάσμα έχει φως από τη φύση του κι η φωτιά, το πυρ είναι αείζωον, ζει αιώνια.
Φ
ΦΟΙΒΗ ΑΡΤΕΜΙΣ
Η Φοίβη Άρτεμις είναι η Σελήνη, το
φεγγάρι που φέγγει τη νύκτα, η αδερφή του Φοίβου Απόλλωνα που αυτός ως Φοίβος
Ήλιος φάει, φωτίζει τη μέρα΄ γεννιέται κι αυτή στη Δήλο, στο φεγγοβόλο νησί. Είναι αγνή στη φύση της η Φοίβη Άρτεμις, ποτέ της δεν νυμφεύεται, δεν έχει
άντρα σύντροφο, μονάχα συντρόφισσές της τις νύμφες, κόρες κι αυτές ανύμφευτες.
Η Άρτεμις ορμάει με τις νύμφες στα βουνά και στα φαράγγια, με τις φαρέτρες τους
γεμάτες βέλη να τοξεύουν τ’άγρια ζώα στη φωλιά τους. Ζούν μέσα στη φύση άγρια
και κυνηγούν όπως οι Αμαζόνες, οι άφθαστες πολεμίστριες, οι Αμαζόνες με τους
μαζούς τους, τους μαστούς τους, τα στήθη τους που είναι σαν τα νέφη που
συννέφουν, συγκεντρώνονται μπρος στη Σελήνη που φέγγει και φιτύουν, σπείρουν τη
βροχή τα σύννεφα, αναφύονται τα βλαστάρια της φύσης, η Γη αναγεννάται. Όπως η Σελήνη στις διάφορες φάσεις της φέρβει,
τρέφει το φως της όλο και πιο πολύ, έτσι και η Φοίβη Άρτεμις ανατρέφει τα
βλαστάρια των ανθρώπων, τα παιδιά τους, τα προφυλάσσει από τη φθορά και από τη
φθίση, την καταστροφή γιατί τα φιλεί, τα αγαπά. Και κάποτε φθάνει στους
Δελφούς, ως αδερφή του Φοίβου Απόλλωνα, η Φοίβη Άρτεμις με τις νύμφες και την
εφτάχορδη λύρα της να διαφημίσουν, να δοξάσουν όλοι μαζί το ουράνιο φως της
Σελήνης και του Ήλιου που φέρουν στη φύση όλα τα φάρμακα για τη ζωή.

